Στη δράση συμμετείχαν η Θάλεια Νινιού, Ελένη Τζιρτζιλάκη, Στέφανος Χανδέλης Εvemar Lopes
Ξεκινήσαμε στις 6 το πρωι η Ελένη, ο Στέφανος , η Θάλεια, η Evemar από το σπίτι στη Άνω Ύδρα. Πήραμε τυρόπιτες από το φούρνο, δίπλα στον Πειρατή, που μόλις έκλεινε πήραμε κι ένα καφέ στο χέρι από ένα άλλο καφενείο στη παραλία που μόλις είχε ανοίξει. Ο Σταύρος μας περίμενε με το θαλάσσιο ταξί . Μόλις χάραζε, ο ήλιος φαινόταν να ανατέλλει στο βάθος της θάλασσας .
Η περιοχή Πλάκες Βλυχού ήταν μια παραλία , με «βίλλες» κτισμένες πολύ κοντά στη θάλασσα για να είναι νόμιμες και μια ταβέρνα, η θάλασσα ήταν ήρεμη. Εμείς μπήκαμε στη ρεματιά όπως μας είχαν πει και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε . Το μονοπάτι ήταν χωμάτινο, στενό , πολύ αραιά σημαδεμένο, ανηφορικό, στην αρχή υπήρχαν πεύκα, μετα το τοπίο ήταν ξερό. Ξεκινήσαμε τις αναγνώσεις των κειμένων και την τοποθέτηση φωτογραφιών της κοινότητας των φίλων, το σημάδεμα της διαδρομής με μπογιά και συχνά η Θάλεια έγραφε τραγούδια πάνω στα βράχια και άλλοτε τα τραγουδούσε. Που και που κάναμε μικρές στάσεις μιλούσαμε με τους ανθρώπους .
Κόσμος ανέβαινε με μουλάρια , άλλοι με τα πόδια , τους άρεσε που σημαδεύαμε το μονοπάτι, τα τραγούδια που γραφόντουσαν τα διάβαζαν με περιέργεια, μας ρωτούσαν. Προσπερνούσαν με τα μουλάρια, συχνά ακολουθούσαν σκυλιά . Άλλοι ερχόντουσαν πεζοί κυρίως ξένοι. Περπατήσαμε αρκετά. Με όλα αυτά καθυστερούσαμε. Φτάσαμε στο σημείο που βλέπεις τη θάλασσα κι από τις δυο πλευρές , ήταν απίστευτα όμορφα και συνεχίσαμε τη διαδρομή τώρα ανάμεσα σε καμένα δένδρα(πεύκα). Μάθαμε ότι η φωτιά έγινε από τα σκουπίδια δυο φορές μέχρι που κάηκε και το μεγάλο πεύκο δίπλα στην εκκλησία. Όταν φτάσαμε ήταν μαγευτικά στο πιο ψηλό σημείο βρισκόταν ένα μικρό εκκλησάκι, οι άνθρωποι, τα ζώα , τα βράχια η θάλασσα. Έψελναν δυο καλόγεροι από το κοντινό μοναστήρι του Προφ.Ηλία και ένας ιερέας μέσα στον ελάχιστο χώρο στο εκκλησάκι. Μετά βγήκαν έξω και ο ιερέας ευλόγησε τα ζώα . Μοίρασαν άρτο και μαστίχα και μετά ακολούθησε φαγοπότι με ψάρια χταπόδι, πίτες σαλάτες κρέας, γλυκά, όλα πολύ νόστιμα κλπ. Χάρηκαν πολύ που ανεβήκαμε. Το εκκλησάκι ήταν πολύ παλιό. Όλα εδώ τα είχαν φτιάξει μόνοι τους . Τις τέντες, τη δεξαμενή, τη γεννήτρια ρεύματος, μετέφεραν τα πράγματα από το βράδυ. Μια άλλη Ύδρα του μοιράσματος βρίσκονταν εδώ. Η επιστροφή ήταν πολύ δύσκολη…
Ευχαριστούμε την κα Χριστίνα, τον κο Μανώλη από τη ταβέρνα Γειτονικό, τον κο Παναγιώτη, την κα Γιούλια και όλους και όλες που βρίσκονταν στον Άγιο Μάμα.
Η Κοινότητα των φίλων, Τα κείμενα που διαβάσαμε στη διαδρομή
Bird, Leonard Cohen
Like a bird on the wire,
like a drunk in a midnight choir
I have tried in my way to be free.
Like a worm on a hook,
like a knight from some old fashioned book
I have saved all my ribbons for thee.
If I, if I have been unkind,
I hope that you can just let it go by.
If I, if I have been untrue
For Frank and Marian Scott
Silence
Silence and a deeper silence
when the crickets
hesitate I hope you know it was never to you
La FELICITA
la felicita deve ridiventare un concetto politico per certi aspetti e come lo intendevano i pensatori settecenteschi ….la felicita e un piacere che dura che si ripete …………..
la felicita e il bene colletivo piu prezioso che deve assumere una dimensione istituzionale per potersi garantire una continuita nel tempo.La felicita e un affeto attivo e non passivo. .
Νegri A., Ηardt M., Comune, Oltre il Privato e il Publico
Jταν οι ρaπερ φωνάζουν την αιτία ,μπουκάρει η αστυνομία
…ζω ανάμεσα σε σπασμένες σύριγγες οι πόρτες των καταληψιών κρέμονται από τους μεντεσέδες
πόρνες ψάχνουν λεφτά για τη δόση τους
πυροβολώντας το αιδείο τους αφήνοντας χρησιμοποιημένα προφυλακτικά στα σκαλιά
δίπλα στους σπασμένους σωλήνες που παρατάνε…………….
LUISELLA CARLEI ARCHITETTA ΖΕΙ ΣΤΗ ΡΩΜΗ
“Vecchie scarpe da giramondo, mi rubate spazio e mi ricordate altri tempi…e mi ricordate non solo il passato ma ancor più qualcosa di quotidianamente nuovo: la lotta e la fuga della mia vita. Perchè tutte le mie peregrinazioni, tutti i miei viaggi erano e sono in fondo soltanto una fuga, non certo la fuga di chi vive in una grande città e di un giramondo. non la fuga da se stessi, la fuga perenne del proprio Io verso l’esterno, ma l’opposto: un tentativo di fuga da questo tempo, da questo tempo di tecnica e di denaro, di guerra e di avidità di ricchezze” (H.Hesse).
L’infinito viaggiare, la capacità di vivere l’attimo, ogni attimo e non solo quelli privilegiati ed eccezionali, senza sacrificarlo al futuro, senza annientarlo nei progetti e nei programmi, senza considerarlo semplicemente un momento da far passare presto per raggiungere qualcosa d’altro. Quasi sempre, nella propria esistenza si hanno troppe ragioni per sperare che essa passi il più rapidamente possibile, che il presente diventi quanto più velocemente futuro, che il domani arrivi quanto prima e così… si vive non per vivere ma per aver già vissuto, per essere più vicini alla morte, per morire. Le gambe sono davvero compassi che misurano il mondo e se dopo dieci minuti di salita a piedi, ti volti a guardare il punto da cui eri partito, ti sorprendi a pensare quanto sia facile andare lontano e che sarebbe bello non fermarsi. Passare la vita in cammino.
“Vedo degli uomini come alberi che camminano”,la risposta è una delle più belle immagini del camminare alla domanda che gesù rivolge al cieco dopo averlo condotto fuori dal villaggio e avergli messo della saliva sugli occhi.
Siamo liberi di camminare? “Questa meta, quale che sia, non è nulla per me, il movimento è tutto” un modo di vedere il mondo e se stessi, camminare non è muoversi per muoversi, raccontare le cose che si vedono, le storie che si ascoltano, sono in gioco istinti irrazionali, l’irrequietezza umana come metafora della nostalgia dello spazio,
Non finiremo mai di cercare.
E la fine della nostra ricerca sarà l’arrivare al punto dacui siamo partiti
e il conoscere quel luogo per la prima volta. T.S.Eliot
quante sorprese e quale intensità nel vedere di nuovo ciò che si è già visto, vedere in primavera quello che si era visto in estate, vedere di giorno quel che si è visto di notte, con il sole dove la prima volta pioveva, vedere il frutto maturo, la pietra che ha cambiato posto, l’ombra che non c’era, ritornare sui passi già dati, per ripeterli e tracciarvi nuovi cammini.
Γιώργος Τζιρτζιλάκης ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑΣ, ΖΕΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
| «Ο λαβύρινθος των αόρατων μονοπατιών που φιδοσέρνονται σ’ όλη την Αυστραλία που οι Ευρωπαίοι τα ξέρουν σαν Δρόμους της Εποχής των Ονείρων ή Μονοπάτια των Τραγουδιών για τους Αυτόχθονες είναι τα Χνάρια των Προγόνων ή Δρόμος του Νόμου. Οι μύθοι των Αυτοχθόνων γύρω από την Δημιουργία μιλάνε για θρυλικά τοτεμικά πλάσματα που περιπλανιόνταν την Εποχή των Ονείρων σ’ ολόκληρη την ήπειρο και ονόμαζαν με το τραγούδι τους καθετί που συναντούσαν στο διάβα τους – πουλιά, ζώα φυτά, βράχια γούρνες- κι έτσι τραγουδώντας δημιουργούσαν τον κόσμο. (σελ. 6 κτλ) Ολόκληρη η ήπειρος είναι γεμάτη με ιερά μονοπάτια που έχουν τραγουδηθεί από τον πρόγονο του κάθε τοτέμ, είναι τα ίχνη των Ονείρων που παρέμειναν στην γη σαν δρόμοι επικοινωνίας μεταξύ των απομακρυσμένων φυλών. Ο άνθρωπος που έφευγε για περιπλάνηση έκανε ένα τελετουργικό ταξίδι. Βάδιζε πάνω στα χνάρια του Προγόνου του. Οι Αυτόχθονες δεν μπορούν να πιστέψουν ότι υπάρχει η χώρα αν δεν την δουν και την τραγουδήσουν, όπως ακριβώς την εποχή των Ονείρων” Οι μητέρες, λένε στα παιδιά τους ιστορίες κάνοντας πάνω στην άμμο σχέδια για να εικονογραφήσουν τις περιπλανήσεις των ηρώων κατά την Εποχή των Ονείρων, χαράζοντας τα ίχνη των προγόνων. Έτσι μαθαίνουν τα μικρά παιδιά να προσανατολίζονται στη γη τους. Οι πραγματικές ζωγραφιές όμως φτιάχνονται σε μυστικές τελετές που μπορούν να τις δουν μόνο οι μυημένοι. Τα τραγούδια είναι ο χάρτης ολόκληρης της ηπείρου και οι ζωγραφιές που βλέπεις τα Ιερά τους Όνειρα, περιζήτητα έργα τέχνης τώρα πια, που φτιάχνονται για τα μάτια των δυτικών… Οι Αυτόχθονες ήταν ένας λαός που βάδιζε ανάλαφρα πάνω στη γη και όσο πιο λίγα έπαιρνε απ’ αυτή τόσο πιο λίγα είχε να δώσει σ’ αντάλλαγμα, όταν ήθελαν να ευχαριστήσουν την γη για τα δώρα της, άφηναν το δικό τους αίμα να ραντίσει το χώμα. Όλοι οι νομαδικοί λαοί αντιμετωπίζουν τον κόσμο ως τέλειο σε αντίθεση με εμάς τους στατικούς και ακινητοποιημένους που πασχίζουμε συνεχώς να τον αλλάξουμε […] Μπρους Τσάτουιν, Τα μονοπάτια των τραγουδιών (The Songlines, 1987), μτφρ. Σοφία Φιλέρη, Αθήνα, εκδ. Χατζηνικολή 1990 ΜΟΝΟΠΑΤΙ 2
Μες στη ζωή δρόμοι ανοίγονται σωρό Το μονοπάτι σαν θα πάρεις μια βραδιά Εκεί ξεχνάει κι ο Θεός για να σε δει Γιώργος Μουζάκης, Αλέκος Σακελάριος, Χρήστος και Γιώργος Γιαννακόπουλος, Το Μονοπάτι, Τραγουδά η Μαρίκα Νίνου, Ταβέρνα «Του Τζίμη του Χονδρού», π. 1955
ΜΟΝΟΠΑΤΙ 3 There’s a City in My Mind WELL WE KNOW WHERE WE’RE GOIN’ We’re on a road to nowhere Maybe you wonder where you are There’s a city in my mind We’re on a road to nowhere Talking Heads, Road to Nowhere, από το άλμπουμ «Little Creatures», 1985
ΜΟΝΟΠΑΤΙ 4 Στο ξέφωτο, όχι στην άκρη Ο Martin Heidegger συνέδεσε την έννοια του «τόπου» με το «μονοπάτι» και το «ξέφωτο». Το 1950 δημοσίευσε μια συλλογή δοκιμίων και ομιλιών του με τον τίτλο Hozwege (Woodpaths, σα να λέμε Μονοπάτια που δεν οδηγούν πουθενά). Πρόκειται για μια στοχαστική διαδρομή στους δρόμους του δάσους, στα μονοπάτια που άλλοτε σταματούν και χάνονται ξαφνικά και άλλοτε διασταυρώνονται με άλλα μονοπάτια. Ο Heidegger εστιάζει στην ενότητα σκέψης και ποίησης στο ξέφωτο του δάσους, στο οποίο τα μονοπάτια οδηγούν, χωρίς, ωστόσο, να φτάνουν ποτέ σ’ αυτό. Όπως μέσα στο δάσος ανοίγουμε αβέβαια μονοπάτια δημιουργώντας χώρο, έτσι για να βρούμε την ουσία του χώρου χρειάζεται να βρούμε και έναν ποιητικό τρόπο κατοίκησης, άρα και βαδίσματος τη γη: Martin Heidegger, Holzwege (Woodpaths), Frankfurt am Main: V. Klostermann, 1950
ΜΑΡΙΑ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΖΕΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
Τραγούδι Nabucco Giuseppe Verdi ΟΙ ΛΑΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ, ΟΙ ΤΟΚΟΓΛΥΦΟΙ… ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΥΝ Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΣΚΛΑΒΩΝ (VA PENSIERO) ΜΑΣ ΑΡΜΟΖΕΙ ΠΛΕΟΝ, ΓΙΑΤΙ Η ΓΛΥΚΕΙΑ ΜΑΣ ΠΑΤΡΙΔΑ ΠΑΡΑΔΙΔΕΤΑΙ ΣΕ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΖΥΓΟ ΥΠΟΤΑΓΗΣ ΚΑΙ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΟΥΝΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥΣ “ΟΙΚΟΥΣ” Στις 12 Μαρτίου, ο Silvio Berlusconi κλήθηκε να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Η Ιταλία γιόρταζε τα 150 χρόνια από την ίδρυσή της και με αυτή την ευκαιρία, στην όπερα της Ρώμης, δόθηκε μια παράσταση όπερας, της πιο συμβολικής αυτής της ενοποίησης: Nabucco του Giuseppe Verdi υπό τη διεύθυνση του Riccardo Muti.Το έργο Nabucco του Verdi είναι ένα έργο τόσο μουσικό όσο και πολιτικό: αφορά την ιστορία της σκλαβιάς των Εβραίων στη Βαβυλώνα, και η περίφημη άρια «Va pensiero» τραγουδιέται από τους καταπιεσμένους σκλάβους. Στην Ιταλία, το τραγούδι αυτό είναι το σύμβολο της αναζήτησης της ελευθερίας του λαού, ο οποίος στα 1840 – όταν και γράφτηκε η όπερα – ήταν καταπιεσμένος από την αυτοκρατορία των Αψβούργων, και την αυτοκρατορία των Αψβούργων, και πάλευε μέχρι τη δημιουργία της ενωμένης Ιταλίας.Πριν αρχίσει η συναυλία, ο Gianni Alemanno, δήμαρχος της Ρώμης, ανέβηκε στη σκηνή για να καταγγείλει τις μειώσεις της κυβέρνησης στον προϋπολογισμό για τον πολιτισμό. Και αυτό, ενώ ο Alemanno είναι μέλος του κυβερνώντος κόμματος και πρώην υπουργός του Berlusconi.Αυτή η πολιτική παρέμβαση, σε μια πολιτιστική στιγμή από τις πιο συμβολικές για την Ιταλία, θα προκαλέσει ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα, ιδίως τη στιγμή που ο ίδιος ο Berlusconi ήταν παρών στη συναυλία. Όπως δήλωσε στους Times o Ricardo Muti, διευθυντής της ορχήστρας, «…ήταν μια βραδιά αληθινής επανάστασης».«Στην αρχή, υπήρχε ένα μεγάλο χειροκρότημα από το κοινό. Στη συνέχεια ξεκινήσαμε τη συναυλία. Όλα πήγαιναν πολύ καλά, αλλά όταν φτάσαμε στο σημείο του Va pensiero, αισθάνθηκα αμέσως ότι η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη στο κοινό. Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορείτε να περιγράψετε, αλλά που τα αισθάνεστε. Πριν, υπερίσχυε η σιωπή του κοινού. Τη στιγμή όμως που το κοινό κατάλαβε ότι θα ξεκινούσε το Va pensiero, η σιωπή γέμισε από μια πραγματική θέρμη. Μπορούσαμε να αισθανθούμε τη σπλαχνική αντίδραση του κοινού στο θρήνο των σκλάβων που τραγουδούνε « Oh ma patrie, si belle et perdue!». (Ω πατρίδα μου, τόσο όμορφη και χαμένη).Ενώ η χορωδία έφτανε στο τέλος, στο κοινό κάποιοι είχαν ήδη αρχίσει να φωνάζουν «Bis». Το κοινό άρχισε να φωνάζει «Vive l’Italie!» και «Vive Verdi!». Άνθρωποι από τα θεωρεία άρχισαν να πετούν χαρτιά συμπληρωμένα με πατριωτικά μηνύματα –κάποια έγραφαν «Muti, sénateur à vie».Αν και το είχε κάνει για μία και μοναδική φορά στη Σκάλα του Μιλάνου το 1986, ο Muti δίσταζε να κάνει ένα bis για το Va pensiero. Για αυτόν, μία όπερα πρέπει να πηγαίνει από την αρχή ως το τέλος. «Δεν ήθελα να παίξουν απλά ένα encore. Θα έπρεπε να υπάρχει μια ιδιαίτερη πρόθεση».Όμως στο κοινό είχε ήδη ξυπνήσει το πατριωτικό συναίσθημα. Με μία θεατρική κίνηση, ο διευθυντής της ορχήστρας γύρισε τελικά την πλάτη στο podium, κοιτάζοντας το κοινό και τον Berlusconi, και είπε τα εξής:[Αφού οι εκκλήσεις του κοινού για ένα bis έχουν σταματήσει, από το κοινό ακούγεται «Ζήτω η Ιταλία»].«Ναι συμφωνώ με αυτό «Ζήτω η Ιταλία» αλλά (χειροκροτήματα «δεν είμαι πια 30 ετών και έχω ζήσει τη ζωή μου, όμως σαν ένας Ιταλός που έχει γυρίσει τον κόσμο, ντρέπομαι για όσα συμβαίνουν στη χώρα μου. Για αυτό συναινώ με το αίτημά σας για bis για το Va pensiero. Δεν είναι μόνο για την πατριωτική χαρά που αισθάνομαι, αλλά γιατί απόψε, και ενώ διεύθυνα τη χορωδία που τραγουδούσε «Ω πατρίδα μου, όμορφη και χαμένη» σκέφτηκα ότι αν συνεχίσουμε έτσι, θα σκοτώσουμε τον πολιτισμό πάνω στον οποίο οικοδομήθηκε η ιστορία της Ιταλίας. Και σε αυτή την περίπτωση, εμείς, η πατρίδα μας, θα είναι πραγματικά «όμορφη και χαμένη». [Επευφημίες, συμπεριλαμβανομένων και των καλλιτεχνών πάνω στη σκηνή].«Θα ήθελα τώρα… πρέπει να δώσουμε νόημα σε αυτό το τραγούδι. Αφού είμαστε στο Σπίτι μας, το θέατρο της πρωτεύουσας, και με μία χορωδία που τραγούδησε περίφημα, και που συνοδεύεται περίφημα, αν θέλετε, σας προτείνω να ενωθείτε μαζί μας και να τραγουδήσουμε όλοι μαζί».Έτσι προσκάλεσε το κοινό να τραγουδήσει μαζί με τη χορωδία των σκλάβων. «Είδα ομάδες ανθρώπων να σηκώνονται. Όλη η Όπερα της Ρώμης σηκώθηκε. Η χορωδία επίσης σηκώθηκε.Ήταν μια μαγική στιγμή μέσα στην όπερα. Εκείνη τη βραδιά δεν ήταν μόνο μια συναυλία του Nabucco, αλλά επίσης ήταν μια δήλωση (statement) του θεάτρου της πρωτεύουσας υπ’ όψη των πολιτικών». (“Μπείτε” και απολαύστε ό,τι συνέβη….)http://www.youtube.com/embed/G_gmtO6JnRs ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΕΡΟΣ
Ελένη γεια, σου στέλνω μια φωτό από την Πάρο, τον οικισμό – χωριό “Δρυός”. Πρόκειται για μια από τις τρεις στέρνες που εχει. Ειναι η πιο κοντινή στην θάλασσα. Πίσω από το μετωπικό κτίσμα στο βάθος ειναι η παραλίακαι η θάλασσα. Και το κτήριο στο βάθος ηταν παλιά νερόμυλος και παρήγαγε μία περίοδο μακαρόνια. Το νερό από τις στέρνες χρησιμοποίέιτο για την κίνηση του νερόμυλου.
DUG Artist , ZEI ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ
Γεώργιος Πρόκος, ποιητής , ΖΕΙ ΣΤΗ ΣΙΦΝΟ κάψαν όλη την Ελλάδα απ το νότο ως το βορά ω μεγαλη ολυμπιάδα και εμεις εδώ θρηνούμε του μεγάλου του δεινού κι ολοι μας παρακαλούμε μια βροχή εξ ουρανού είδανε κάποιο πουλάκι στο καμένο το κλαδί και θρηνούσε το καημένο αντί για να κελαηδεί.
καταστροφικές πυρκαιές
Αλεξάνδρα Λεμονή, μαθήτρια, ΘΑ ΖΗΣΕΙ ΣΤΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗ Ιούλιος ,Αύγουστος 2007 Καθώς ανεβαίνουμε τα σκαλιά χανόμαστε στον ειρμό και στη γαλήνη τους. Ηρεμείς. Γαληνεύεις. Χάνεσαι, είσαι πλέον μεθυσμένος απο τα τοπία που σε μάγεψαν για μια στιγμή. Ερωτευμένος. Γεμάτος όρεξη να προσφέρεις τα πάντα. Κάτι σε σπρώχνει θέλεις να δώσεις και να ονειρευτείς, c’est la vie ! Δεν περιμένεις να πάρεις πίσω κάτι , απλός το ξέρεις. Ήταν μια συνήθια όταν ήσουν παιδί , τώρα έγινε νοσταλγική ανάμνηση . Ένα ένστικτο σε τραβάει να το κάνεις ξανά , μοιράσου , αντάλλαξε , μάθε , γνώρισε , αγάπησε . Μια γνωστή συναλλαγή που ξέρεις τους κανόνες . Την συναλλαγή αυτή την ορίζει μια αγνή και αθώα ιδιοτέλεια . Ξέρεις ότι αυτό που με τέτοιο τρόπο παίρνεις είναι δίκαια πληρωμένο με το δικό σου τίμημα και μάλιστα προκαταβεβλημένο . Έτσι ο έρωτας είναι η πιο ευγενική συναλλαγή . Ας παραδεχτούμε χωρίς υποκρισία , τελικά όλα μια συναλλαγή είναι . όταν δίνεις κάτι , κάτι παίρνεις , την αυτοϊκανοποίηση έστω . Ότι έδωσες αυτό που ήθελες σε αυτόν που ήθελες και αυτή η ευχαρίστηση είναι η πιο ηδονιστική ανταμοιβή . Παλιά ήταν οικοδομημένο ένα ολόκληρο σύστημα πάνω σε αυτήν την ανταλακτηκώτητα . Τώρα που ο άνθρωπος αλλοτριώθηκε έγινε καιροσκόπος και απο μια έννοια “αρπακτικό” μόνο η τίμια συναλλαγή του έρωτα , του έμεινε . Στις πόλεις όμως … η έλλειψη χρώματος και η απουσία μουσικής κάνουν τον άνθρωπο να ξεχνάει πως είναι αυτό το συναίσθημα ακατανόητης έλξης , πάθους και μαγείας . Πλέων ερωτευόμαστε στα νησιά και γίνεται μια έκρηξη απο φερορμόνες . Ίσως επιδή δεν υπάρχουν πολλά , εκείνη την στιγμή είσαι εσύ και κάποιο μονοπάτι . Σκαλιά , ξερολιθιές , πέτρες όλα φτιαγμένα απο το τραγούδι κάποιας νύμφης , τη μουσική κάποιου παλιού μουσικού που έπαιζε λύρα , ενώ περίμενε . Περίμενε . Έτσι , με τα δάκρυα του φύτρωναν και άνθιζαν τα πιο εντυπωσιακά και μυρωδάτα λουλούδια . Εδώ που περπατάμε εμείς σήμερα . Το νιώθεις ? Ερωτάς ! Αν θες μπορείς να ακούσεις και το η έλλειψη χρώματος και η απουσία μουσικής κάνουν τον άνθρωπο να ξεχνάει πως είναι αυτό το συναίσθημα ακατανόητης έλξης , πάθους και μαγείας . Πλέων ερωτευόμαστε στα νησιά και γίνεται μια έκρηξη απο φερορμόνες . Ίσως επιδή δεν υπάρχουν πολλά , εκείνη την στιγμή είσαι εσύ και κάποιο μονοπάτι . Σκαλιά , ξερολιθιές , πέτρες όλα φτιαγμένα απο το τραγούδι κάποιας νύμφης , τη μουσική κάποιου παλιού μουσικού που έπαιζε λύρα , ενώ περίμενε . Περίμενε . Έτσι , με τα δάκρυα του φύτρωναν και άνθιζαν τα πιο εντυπωσιακά και μυρωδάτα λουλούδια . Εδώ που περπατάμε εμείς σήμερα . Το νιώθεις ? Ερωτάς ! Αν θες μπορείς να ακούσεις και το τραγούδι .
|
υς |
Laura Schwinn, ψυχολόγος ,ΖΕΙ ΣΤΟ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΙΦΝΟ
“The beauty of life is in the ability to see what appears before us.” (with photo 1312)
OR
“May you know that all paths in life, will lead you home.” (with photo 1260).
Evemar Lopes , από τη Βραζιλία , καταγεται από φυλή ινδιάνων.
Io lavo i miei piedi, I tuoi piedi I nostri piedi, gentilmente
Θάλεια Νινιού, αρχιτέκτονας, ζει στην Αθήνα.
Συλλογή παραδοσιακών τραγουδιών που μιλούν για τα μονοπάτια, την ξενιτιά, το ταξίδι.
Τραγούδια πολυφωνικά από διάφορα μέρη της Ελλάδας [από το Πωγώνι Ηπείρου μέχρι την Κάρπαθο] που διαδίδονταν από στόμα σε στόμα και τραγουδιώντουσαν από όλους μαζί, «κοινά», με θεματολογία που έχει σαν πυρήνα την φύση.
ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΠΗΓΑΔΙ_[Τραγούδι με προέλευση από την Ύδρα.]
Άντες κι αμάν αμάν το μάθατε τι έγινε,
το μάθατε τι έγινε στο γυάλινο πηγάδι.
*
Άντες κι αμάν αμάν θεργιό εφανερώθηκε,
θεριό εφανερώθηκε τον κόσμο για να φάει.
*
Άντες κι αμάν αμάν γυναίκα πάει κι έρχεται,
γυναίκα πάει κι έρχεται στο γυάλινο πηγάδι.
*
Άντες κι αμάν αμάν ξεμπλέκει τα σγουρά μαλλιά,
ξεμπλέκει τα σγουρά μαλλιά και κάθεται και κλαίει.
*
Άντες κι αμάν αμάν κι ο γιος του ρήγα επέρασε,
κι ο γιος του ρήγα επέρασε και την εχαιρετάει.
*
Άντες κι αμάν αμάν τι έχεις κόρη μου και κλαις,
τι έχεις κόρη μου και κλαις και βαριαναστενάζεις.
*
Άντες κι αμάν αμάν η αρρεβώνα μου ‘πεσε,
η αρρεβώνα μου ‘πεσε στο γυάλινο πηγάδι.
*
Άντες κι αμάν αμάν κι όποιος θα πέσει να τη βρει,
κι όποιος θα πέσει να τη βρει γυναίκα θα με πάρει.
***
Μηλιά _[Καρπαθιώτικο παραδοσιακό]
Μηλιά μου μές τον εγκρεμό_ αϊντες καλέ
Τα μήλα φορτωμένη
Αχ τα μήλα σου λυμπάτε η Παναγια
*
Τα μήλα σου λιμπίζομαι
Τα μήλα σου λιμπίζομαι_ Αϊντες καλέ
Μα το γκρεμο φοβούμαι
*
Κι αν τον φοβάσαι, μα την Παναγιά
Κι αν τον φοβάσαι τον γκρεμό
Κι αν τον φοβάσαι τον γκρεμό, Αϊντες καλέ
Έλα το μονοπάτι
*
Το μονοπάτι μα την Παναγιά
Το μονοπάτι μ ηβγαλε
Το μονοπάτι μ ηβγαλε _Αϊντες καλέ
σε ένα ερημοκλήσι
*
Απου δε βρίσκεται μα την Παναγιά
Απου δε βρίσκεται ο παπας
Απου δε βρίσκεται ο παπας Αϊντες καλέ
για να το λειτουργήσει
*
Κι ένα μνήμα μα τη Παναγιά
Κι ένα κλήμα παράμνημα Αϊντες καλέ
ξεχωριστό από τα άλλα
*
Δεν το ‘δα και το, μα τη Παναγιά
Δεν το ‘δα και το πάτησα
Δεν το ‘δα και το πάτησα_ Αϊντες καλέ
απάνω στο κεφάλι
*
Ποιος είναι απου με, μα την παναγιά
Ποιος είναι απού με πατησε
Ποιος είναι απού με πατησε_ Αϊντες καλέ
Απάνω στο κεφαλι
*
Απού μουνα, μα τη Παναγιά
Απού μουνα να αρχοντόπουλο
Απού μουνα να αρχοντόπουλο_ Αϊντες καλέ
Μεγάλου ρήγα εγγόνι
***
Κλαιν οι πέρδικες _[πολυφωνικό Πωγωνίου]
Κλαιν΄ οι πέρδικες στα πλάγια κλαίνε τον καημό x2
Έκλαιγα και γω ο καημένος τον ξεχώρισμο x2
Πώς θε να ξεχωριστούμ΄ αγάπη μου εμείς τα δυο x2
Ξένε μου που σαι στα ξένα και στα μακρινά x2
Δε σου βαρεσάν τα ξένα κι μαύρη ξένιτια x2
Ωχ αν είσαι να ρθεις έλα για δεν έρχεσαι x2
Ωχ εμέναν οι δικοί μου με βαρέθηκαν
Και με προξενούν στα ξένα μες το Ροϊδοστό x2
Και μου δίνουν άντρα γέρος εκατό χρονών x2
Μην(α) που τανε και γέρος είν΄και ράθυμος x2
***
Θάλασσα λυπήσου _[Δυτικά παράλια Μικράς Ασίας/παραδοσιακό Παναγιώτη Τούντα]
Κλαίγω και βαριαστενάζω
Και τη θάλασσα κοιτάζω
Για δυο μάτια ζαχαρένια
Που μου λείπουνε στα ξένα
*
Θάλασσα λυπήσου
Λίγο πια και μένα
Φέρε το πουλί μου
Από τα ξένα
*
Αχ βρε θάλασσα κακούργα
Πώς με γέλασες πανούργα
Μου ξελόγιασες πλανεύτρα
Την αγάπη μου βρε κλέφτρα
*
Θάλασσα λυπήσου
Λίγο πια και μένα
Φέρε το πουλί μου
Από τα ξένα
*
Θάλασσα φαρμακωμένη
Την καρδιά μου’χεις καμένη
Πήρες την παρηγοριά μου
Μέσα από την αγκαλιά μου
*
Θάλασσα λυπήσου
Λίγο πια και μένα
Φέρε το πουλί μου
Από τα ξένα
***
Αμάραντος [παραδοσιακό Αιτωλοακαρνανίας]
Για ειδέστε τον αμάραντο
σε τι βουνά φυτρώνει καλέ.
*
Φυτρώνει στα δύσβατα
Στις πέτρες τα λιθάρια.
*
Ποτέ του δεν ποτίζεται
Μα δεν κορφολογιέται .
*
Τον τρων τα λάφια και μεθούν
Τ΄ αγρίμια κι ημερεύουν καλέ.
*
Ας τον έτρωγε κι η μάνα μου
Εμένα να μην κάνει.
***
Έλα πουλί μου [πολυφωνικό Πωγωνίου]
Μαχαιρωμένο μ’ έχεις πληγή δεν φαίνεται, μωρέ πληγή – πληγή δεν φαίνεται
Κι άλλος από τα σένα γιατρός δεν γένεται, μωρέ γιατρός δεν γένεται
*
Έλα πουλί μου μωρέ έλα-ελάν και μην αργείς, μωρέ έλα-ελάν και μην αργείς
Στράτες και μονοπάτια να μην τα βαρεθείς, μωρέ να μην – να μην τα βάρεθεις
*
Έλα πουλί μου μωρέ έλα – ελάν / δεν έρχομαι μωρέ ελάν δεν έρχομαι
Μέγαλωσα το δόλιο κι αντρέπομαι, κι αντρέπομαι
*
Έλα κοντά μου μωρέ έλα – ελάν και μην αργείς
Στράτες και μονοπάτια να μην τα βάρεθείς, να μην τα βαρεθείς.
*








